δαμάζω


δαμάζω
δαμάζω
overpower
pres subj act 1st sg
δαμάζω
overpower
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαμάζω — δαμάζω, δάμασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δαμάζω — (AM δαμάζω) 1. κατανικώ, καταβάλλω 2. (για άγρια ζώα) ημερώνω, τιθασεύω μσν. νεοελλ. 1. (για φωτιά) σβήνω, καταστέλλω 2. (για ισχυρά συναισθήματα ή πάθη) συγκρατώ, ελέγχω νεοελλ. 1. επιβάλλω πειθαρχία σε κάποιον, τόν αναγκάζω να περιορίσει κακές… …   Dictionary of Greek

  • δαμάζω — [дамазо] р. укрощать, обуздывать, усмирять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δαμάζω — ασα, άστηκα, δαμασμένος 1. τιθασεύω, εξημερώνω άγρια ζώα: Ο Μ. Αλέξανδρος μπόρεσε να δαμάσει το Βουκεφάλα. 2. πειθαρχώ, υποτάσσω: Χρειάζεται ικανότητες για να δαμάσεις τα παιδιά του νηπιαγωγείου. 3. συγκρατώ, καταστέλλω: Είναι άνθρωπος που έμαθε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δαμάζῃ — δαμάζω overpower pres subj mp 2nd sg δαμάζω overpower pres ind mp 2nd sg δαμάζω overpower pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάσσει — δαμάζω overpower aor subj act 3rd sg (epic) δαμάζω overpower fut ind mid 2nd sg (epic) δαμάζω overpower fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάσσουσι — δαμάζω overpower aor subj act 3rd pl (epic) δαμάζω overpower fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δαμάζω overpower fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάσσω — δαμάζω overpower aor subj act 1st sg δαμάζω overpower fut ind act 1st sg (epic) δαμάζω overpower aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάσσῃ — δαμάζω overpower aor subj mid 2nd sg δαμάζω overpower aor subj act 3rd sg δαμάζω overpower fut ind mid 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδαμασμένα — δαμάζω overpower perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδαμασμένᾱ , δαμάζω overpower perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδαμασμένᾱ , δαμάζω overpower perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.